Μ. 45 ετών
«Δεν μιλάμε για το τι συνέβη, προσπαθούμε να κρατάμε τα παιδιά χαρούμενα»

«Ζούσα στη ∆αµασκό µε τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά µου. Είχαµε µια πολύ καλή ζωή, αλλά κάποια στιγµή η πολιτική κατάσταση επιδείνωσε τις συνθήκες, καθώς περιορίστηκαν οι ελευθερίες µας.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεµος, συνειδητοποιήσαµε πόσο οδυνηρά ήταν τα πράγµατα. Η γυναίκα µου κι εγώ ήµασταν καθηγητές οικονοµικών. Υπήρξα επίσης και κορυφαίος αθλητής. Έχω τιµηθεί µε πολλά κύπελλα και µετάλλια, έχοντας τιµήσει µε τη σειρά µου τη σηµαία της πατρίδας µου. Έχω ταξιδέψει σε πολλές χώρες για παγκόσµια πρωταθλήµατα.

Μέχρι το ξέσπασµα του πολέµου, βρισκόµασταν σε πολύ καλή οικονοµική κατάσταση. ∆εχόµασταν φτωχές και άστεγες οικογένειες στο µεγάλο σπίτι µας. Μαγειρεύαµε για πολλούς ανθρώπους και µοιράζαµε φαγητό. Μας απήγαγαν. Βρεθήκαµε σε µια µυστική φυλακή για έναν χρόνο. Με βασάνισαν και µε άφηναν χωρίς φαγητό, νερό και ύπνο για ηµέρες. Ήµασταν απλώς αριθµοί. Πέθαναν πολλοί άνθρωποι µπροστά µου.

Η γυναίκα µου ήταν έγκυος εκείνη την περίοδο. ∆εν ήξερα πού βρισκόταν ούτε εκείνη ούτε τα παιδιά µου, κι αν ήταν ζωντανοί.

Μετά από έξι µήνες µάς πήγαν στο δικαστήριο. Μας είπαν ότι ήµασταν αθώοι και µας άφησαν να φύγουµε. Το σπίτι µας είχε ήδη βοµβαρδιστεί δύο φορές. Φύγαµε αµέσως για την Τουρκία.

Εδώ, στην Ελλάδα συνεχίζουµε να βοηθάµε τα αδέρφια µας από την Συρία και ας µην έχουµε ούτε πολλά χρήµατα ούτε τα µεγάλα σπίτια που είχαµε κάποτε στην Συρία. Ευχαριστώ τον Θεό κάθε µέρα που είµαστε όλοι µαζί και ζωντανοί, ειδικά για τα παιδιά µου και την γυναίκα µου. ∆εν µιλάµε πολύ για το τί συνέβη αλλά προσπαθούµε να κρατάµε τα παιδιά χαρούµενα.

Θέλουµε να φύγουµε για την Σουηδία σύντοµα και να ξεκινήσουµε την ζωή µας σαν κανονικοί άνθρωποι. Στην Ελλάδα µας αντιµετωπίζουν µε σεβασµό. Αγαπάµε την Ελλάδα και τους Έλληνες, αλλά στη Σουηδία θα είναι καλύτερα για εµάς, γιατί θα είναι πιο πιθανό να βρούµε δουλειά και να ξεκινήσουµε από την αρχή».

Διαβάστε ακόμη...